Mε αφορμή τη συμπλήρωση σε λίγες ημέρες 140 χρόνων από το θάνατο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

 

VI

 

«ΜΕ ΚΟΙΤΑΤΕ ΤΩΡΑ όλες σας,—άρχισε ο πρίγκιπας,— με τόση περιέργεια, που αν δε σας την

ικανοποιήσω, δεν αποκλείεται να μου θυμώσετε κιόλας. Όχι, αστειεύουμαι—βιάστηκε να προστέσει

χαμογελώντας.—

 

Εκεί... εκεί ήταν όλο παιδιά, και γω όλο το διάστημα βρισκόμουν κει κάτω με

παιδιά, μονάχα παιδιά είχα παρέα μου. Ήταν τα παιδιά εκείνου του χωριού, όλο το τσούρμο που

πήγαινε σχολείο.

 

Εγώ... όχι πως τους έκανα μάθημα∙ ω, όχι∙ για τα μαθήματα είχαν το δάσκαλο του

χωριού, το Ζυλ Τιμπό∙ δεν αποκλείεται κάτι να τους έμαθα κιόλας,...

μα τον περισσότερο καιρό ήμουν

έτσι... ήμουν μαζί τους, παρέα τους κι όλα μου τα τέσσερα χρόνια πέρασαν έτσι. Δε μου χρειαζόταν

τίποτ' άλλο. Τους τα 'λεγα όλα, δεν τους έκρυβα τίποτα.

Οι πατεράδες τους κι οι συγγενείς τους

θυμώσανε μαζί μου όλοι τους γιατί στο τέλος είχε καταντήσει να μην μπορούν τα παιδιά να κάνουν

χωρίς εμένα κι όλο μαζεύονταν γύρω μου κι ο δάσκαλος του χωριού κατάντησε τελικά να γίνει κι

αυτός ο χειρότερος εχθρός μου.

Απόχτησα πολλούς εχθρούς εκεί κάτω κι η μοναδική αιτία ήταν τα

παιδιά. Ακόμα κι ο Σνάιντερ μου 'κανε παρατηρήσεις. Και τι φοβόνταν όλοι τους τόσο πολύ; Σ' ένα

παιδί μπορείς όλα να τα λες—όλα∙ πάντοτε μου 'κανε κατάπληξη σαν σκεφτόμουν πόσο λίγο ξέρουν

οι μεγάλοι τα παιδιά—ακόμα κι οι μανάδες κι οι πατεράδες τα δικά τους τα παιδιά.

 

 

 

 

Απ' τα παιδιά

δεν πρέπει τίποτα να κρύβει κανείς με τη δικαιολογία πως είναι μικρά κι είναι νωρίς γι' αυτά να

ξέρουν∙ τι θλιβερή κι άτυχη σκέψη! Και πόσο έντονα το αντιλαμβάνονται τα ίδια τα παιδιά πως οι

πατεράδες τους τα 'χουν για πολύ μικρά και νομίζουν πως δεν καταλαβαίνουν τίποτα ενώ εκείνα

όλα τα καταλαβαίνουν.

 

 

 

Οι μεγάλοι δεν ξέρουν πως ένα παιδί, ακόμα και στην πιο δύσκολη

υπόθεση, μπορεί να δώσει μιαν εξαιρετικά χρήσιμη συμβουλή.

 

 

 

Ω, Θεέ μου! Όταν σας κοιτάζει κείνο

τ' ομορφούλικο πουλάκι, εύπιστα κι ευτυχισμένα, είναι ντροπή να το ξεγελάσετε! Αν τα ονομάζω

πουλάκια είναι γιατί δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο στον κόσμο από ένα πουλάκι.

 

 

 

 

Εδώ που τα λέμε,

αν θύμωσαν τότε όλοι στο χωριό μαζί μου, ήταν εξαιτίας ενός περιστατικού.Όσο για τον Τιμπό,

αυτός με ζήλευε, αυτό ήταν όλο∙ στην αρχή δώσ' του και κούναγε το κεφάλι του κι απορούσε πώς

γινόταν και τα παιδιά καταλάβαιναν όλα όσα τους έλεγα, ενώ σαν τους μίλαγε εκείνος δεν

καταλάβαιναν τίποτα σχεδόν, κι ύστερα άρχισε να με κοροϊδεύει όταν του είπα πως κι οι δυο μας

εμείς δε θα μπορέσουμε να τους μάθουμε τίποτα μα θα 'χουμε πολλά να διδαχτούμε απ' τα παιδιά.

 

 

Μου είναι αδύνατο να καταλάβω πώς μπόρεσε και με ζήλευε και με συκοφαντούσε ενώ κι ο ίδιος

ζούσε με τα παιδιά! Τα παιδιά γιατρεύουν την ψυχή... Είχαμε κεί στο ίδρυμα του Σνάιντερ έναν

άρρωστο, έναν πολύ δυστυχισμένον άνθρωπο. Ήταν μια τόσο τρομερή δυστυχία, που είναι ζήτημα

αν μπορεί να ξανασυμβεί τίποτα παρόμοιο.

 

 

 

 

Τον είχαν φέρει εκεί να θεραπευτεί από τρέλα∙ η γνώμη

μου είναι πως δεν ήταν τρελός, μονάχα που υπόφερε τρομερά—αυτή ήταν όλη κι όλη η αρρώστια

του. Να ξέρατε λοιπόν πόσο καλό του κάνανε τελικά τα παιδιά μας... Όμως, λέω καλύτερα να σας

διηγηθώ αργότερα γι' αυτόν τον άρρωστο∙

θα σας διηγηθώ τώρα πώς έγινε κι αρχίσανε όλ' αυτά.

Στην αρχή τα παιδιά μ' αντιπαθούσανε. Ήμουν τόσο μεγάλος, είμαι πάντοτε... θέλω να πω, δύσκολα

πιάνω παρέες, είμαι άγαρμπος∙ ξέρω πως είμαι κι άσκημος... και τέλος ήταν και τ' άλλο: ήμουν,

βλέπετε, ξένος.

Στην αρχή τα παιδιά με κοροϊδεύανε κι ύστερα άρχισαν να με πετροβολάνε κιόλας,

όταν πήραν είδηση πως φίλησα τη Μαρί. Κι όμως εγώ μονάχα μια φορά τη φίλησα... Όχι, μη

γελάτε,—βιάστηκε ο πρίγκιπας να σταματήσει τα ειρωνικά χαμόγελα των ακροατριών του,—εδώ

δεν ήταν καθόλου έρωτας.

Αν ξέρατε πόσο δυστυχισμένο ήταν εκείνο το πλάσμα, θα το λυπόσασταν

και σεις το ίδιο όπως και γω. Η Μαρί ήταν απ' το χωριό μας. Η μάνα της ήταν πολύ γριά και στο

μικρό, σαραβαλιασμένο της σπιτάκι με τα δυο παράθυρα είχε κάνει το ένα παράθυρο μαγαζάκι

ύστερ' από άδεια των αρχών, δηλαδή θέλω να πω απ' το παράθυρο εκείνο της είχαν επιτρέψει να

πουλάει κορδόνια, κλωστές, καπνό, σαπούνι, όλο μικροπραμάτειες της πεντάρας∙

έτσι έβγαζε τοψωμί της

 

 

 

Ήταν άρρωστη κι όλο πρήζονταν τα πόδια της, τόσο που καθόταν όλη την ώρα στην

καρέκλα της. Η Μαρί ήταν κόρη της, κάπου είκοσι χρονώ, λεπτή κι αδυνατούλα∙ από καιρό τώρα

είχε αρχίσει και την έτρωγε η φυματίωση, αυτή όμως εξακολουθούσε και πήγαινε στα σπίτια και

δούλευε με το μεροκάματο—κι έκανε βαριές δουλειές, σφουγγαρίσματα, μπουγάδες, σκούπιζε τις

αυλές, καθάριζε τους σταύλους

.

Ένας περαστικός Γάλλος παραγγελιοδόχος την ξελόγιασε και την

πήρε μαζί του και σε μια βδομάδα την παράτησε στο δρόμο και το 'σκασε κρυφά. Αυτή γύρισε σπίτι

ζητιανεύοντας, καταλερωμένη, κουρελιασμένη, με σκισμένα παπούτσια∙"ερπάταγε πεζή όλη κείνη

τη βδομάδα, πέρναγε τις νύχτες της στα χωράφια κι άρπαξε ένα γερό κρυολόγημα. Τα πόδια της

ήταν πληγιασμένα, τα χέρια της πρηστήκανε και σκάσανε.

Εδώ που τα λέμε, και πριν απ' αυτό, δε

θα μπορούσες να την πεις όμορφη∙ μονάχα τα μάτια της ήταν ήρεμα, καλόκαρδα, αθώα. Ήταν

τρομερά λιγομίλητη. Μια φορά, πριν γίνει αυτό, εκεί που δούλευε έπιασε το τραγούδι κι όλοι

παραξενεύτηκαν και βάλανε τα γέλια: «Η Μαρί τραγουδάει! Πώς; Η Μαρί τραγουδάει!» και κείνη τα

'χασε και δεν ξανάβγαλε μιλιά ποτέ της.

Τότε ακόμα της φέρνονταν με καλοσύνη, μα σαν γύρισε

άρρωστη και βασανισμένη, κανένας δεν της έδειξε συμπόνια! Τι σκληροί που είναι σε τέτοιες

περιπτώσεις οι άνθρωποι! Τι καταθλιπτικές που είναι οι αντιλήψεις τους! Η μάνα της, πρώτη αυτή,

τη δέχτηκε με κακία και περιφρόνηση: «μ' αυτό που 'κανες με ατίμασες».

Πρώτη αυτή την άφησε να

τη φτύσουν όλοι τη Μαρί: όταν άκουσαν στο χωριό πως γύρισε η Μαρί, τρέξανε όλοι να τη δουν και

δεν έμεινε άνθρωπος σχεδόν σ' όλο το χωριό που να μην τρέξει στης γριάς: γέροι, παιδιά, γυναίκες,

κοπέλες, όλοι τους—ένα βιαστικό και λαίμαργο μπουλούκι. Η Μαρί ήταν πεσμένη στο πάτωμα,

μπροστά στα πόδια της γριάς, πεινασμένη, με σκισμένα ρούχα κι έκλαιγε.

 

 

 

 

Όταν κατάφτασαν όλοι

τρέχοντας, η Μαρί πάσκισε να κρυφτεί μες στα ξεχτένιστα μαλλιά της κι είχε λες κολλήσει

μπρούμυτα στο πάτωμα. Όλοι ένα γύρω την κοιτάζανε σα να 'ταν κάνα ερπετό∙ οι γέροι της ρίχναν

άδικο και τη μάλωναν, οι νέοι την κορόιδευαν κι όλες οι γυναίκες τη βρίζανε, της ρίχναν άδικο, την

κοιτάζανε με περιφρόνηση, λες και βλέπανε καμιάν αράχνη. Η μάνα τα επέτρεψε και γίνανε όλ'

αυτά, καθόταν κι η ίδια μπροστά, κούναγε το κεφάλι της και τα επιδοκίμαζε.

 

Η μάνα κείνο τον καιρό

ήταν κιόλας πολύ άρρωστη, σχεδόν ετοιμοθάνατη∙ πραγματικά, σε δυο μήνες κι όλας πέθανε. Ήξερε

πως ζύγωνε το τέλος της κι ωστόσο δεν της πέρασε απ' το νου να συχωρέσει την κόρη της ως την

τελευταία στιγμή, ούτε λέξη δεν της έλεγε μάλιστα, την έδιωχνε να κοιμηθεί, στο χαγιάτι, μήτε που

της έδινε καθόλου να φάει. Έπρεπε να βάζει συχνά τ' άρρωστα πόδια της σε ζεστό νερό∙ η Μαρί της

έπλενε κάθε μέρα τα πόδια και την πρόσεχε: αυτή δεχόταν όλες τις περιποιήσεις της σιωπηλά και

μήτε μια λέξη τρυφερή δεν της είπε.

 

Η Μαρί τα υπόμενε όλα, και γω αργότερα, όταν γνωρίστηκα

μαζί της, παρατήρησα πως κι αυτή η ίδια τα επιδοκίμαζε όλ' αυτά, κι η ίδια θεωρούσε τον εαυτό της

για το χειρότερο παλιοθήλυκο του κόσμου. Όταν η γριά κρεβατώθηκε πια για καλά, ήρθαν και την

περιποιόνταν οι γριές του χωριού μια‐μια με τη σειρά—έτσι τα 'χουν κανονισμένα εκεί κάτω. Τότε

πάψανε πια εντελώς να δίνουν φαΐ στη Μαρί και στο χωριό τη διώχνανε όλοι και κανένας δεν ήθελε

να της δώσει ούτε δουλειά, όπως γινόταν άλλοτε.

 

Όλοι, λες και τη φτύνανε, κι οι άντρες πάψανε

μάλιστα να τη βλέπουν σα γυναίκα και δώσ' του και της λέγανε βρομόλογα. Καμιά φορά, πολύ

σπάνια, όταν πίναν και μεθάγανε τις Κυριακές, της ρίχναν τίποτα πενταροδεκάρες για να σπάσουν

κέφι, τις ρίχνανε μες στα χώματα∙

 

 

 

η Μαρί τις μάζευε χωρίς να λέει τίποτα. Από τότε κιόλας άρχισε

να φτύνει αίμα. Τέλος, τα σκισμένα της ρούχα κουρελιάστηκαν πια ολότελα, τόσο που ντρεπότανε

να βγει στο χωριό∙ όσο για παπούτσια, απ' τη μέρα που γύρισε, περπάταγε όλη την ώρα ξυπόλητη.

Τότε ήταν ίσα‐ίσα που, ιδιαίτερα τα παιδιά, όλο το τσούρμο—θα 'ταν πάνω από σαράντα

σκολιαρόπαιδα—άρχισαν και την κορόιδευαν και της πέταγαν μάλιστα και λάσπες.

 

Η Μαρί πήγε καιπαρακάλεσε ένα βοσκό να την αφήσει να βόσκει τις γελάδες του, ο βοσκός όμως την έδιωξε.

Τότε και κείνη, χωρίς την άδειά του, άρχισε κι έφευγε μαζί με το κοπάδι και μονάχα σαν βράδιαζε

ξαναγύριζε σπίτι. Επειδή έφερνε πολύ όφελος στο βοσκό κείνος της έδινε και τίποτα απομεινάρια

απ' το φαΐ του, τυρί και ψωμί.

Αυτό το θεωρούσε μεγάλη καλοσύνη του. Όταν πέθανε η μάνα, ο

πάστορας δεν ντράπηκε να εξευτελίσει τη Μαρί μπροστά σ' όλο τον κόσμο μες στην εκκλησία. Η

Μαρί στεκόταν πίσω απ' το φέρετρο, έτσι όπως ήταν μες στα κουρέλια της κι έκλαιγε. Μαζεύτηκε

πολύς κόσμος να δει πώς θα κλαίει η Μαρί και πώς θα πηγαίνει πίσω απ' το φέρετρο. Τότε ο

πάστορας—ήταν ακόμα νέος κι όλη του η φίλοδοξία ήταν να γίνει μεγάλος u953 ιεροκήρυκας—γύρισε

στο εκκλησίασμα κι έδειξε τη Μαρί:

 

«Ιδού η αιτία του θανάτου της εντίμου αυτής γυναικός (κι ήταν

ψέματα γιατί η γριά δυο χρόνια πριν πάλευε με την αρρώστια), ιδού αύτη ισταμένη ενώπιόν σας και

μη τολμώσα να υψώσει τους οφθαλμούς, διότι την έχει στιγματίσει ο δάκτυλος του Θεού∙ ιδού αύτη

γυμνόπους και ρακένδυτος— παράδειγμα δι' εκείνους οίτινες απώλεσαν τας ηθικάς αυτών αρχάς!

Ποία είναι λοιπόν αύτη; Είναι η κόρη της!» και συνέχισε στον ίδιο τόνο.

 

 

 

 

Και, φανταστείτε, αυτή η

προστυχιά άρεσε σχεδόν σε όλους τους, μα... εδώ έγινε μια περίεργη ιστορία∙ εδώ μπήκαν στη μέση

τα παιδιά, γιατί τότε πια τα παιδιά ήταν κιόλας με το μέρος μου κι αρχίσανε ν' αγαπάνε τη Μαρί.

Ναπώς έγιναν όλ' αυτά: Μου ήρθε η επιθυμία να βοηθήσω κατά κάποιον τρόπο τη Μαρί∙ έπρεπε το

δίχως άλλο να της δώσω χρήματα, χρήματα όμως δεν είχα κει κάτω, ούτε καπίκι. Είχα μια μικρή

καρφίτσα μ' ένα μπριλάντι και την πούλησα σ' ένα μεταπράτη∙

 

γύριζε τα χωριά και πούλαγε παλιά

ρούχα. Μου 'δωσε οχτώ φράγκα κι η καρφίτσα κόστιζε πάνω από σαράντα. Πολύν καιρό πάσκιζα να

συναντήσω τη Μαρί μόνη της: Τελικά συναντηθήκαμε έξω απ' το χωριό, στο μονοπάτι της πλαγιάς,

κοντά σ' ένα φράχτη πίσω από 'να δέντρο.

 

Εκεί της έδωσα τα οχτώ φράγκα και της είπα να τα

φυλάξει γιατί εγώ δε θα 'χω άλλα πια κι ύστερα τη φίλησα και της είπα να μη βάλει με το νου της

πως είχα κανέναν κακό σκοπό και πως τη φιλάω όχι γιατί είμαι ερωτευμένος μαζί της μα γιατί τη

λυπάμαι πολύ 

Πολύ το 'θελα να την παρηγορήσω κι όλας εκείνη τη φορά

και να την κάνω να πιστέψει πως δεν πρέπει να θεωρεί τον εαυτό της τόσο τιποτένιο μπροστά στους

άλλους, φαίνεται όμως πως εκείνη δεν κατάλαβε.

 

 

 

 

Αυτό το πρόσεξα αμέσως, μόλο που εκείνη όλη

την ώρα σχεδόν σώπαινε και στεκόταν μπροστά μου, κοίταζε χάμω και φαινόταν να ντρέπεται

τρομερά.

Όταν τέλειωσα μου φίλησε το χέρι και γω αμέσως της πήρα το χέρι κι ήθελα να το φιλήσω,

εκείνη όμως βιάστηκε να το τραβήξει. Ξάφνου, εκείνη τη στιγμή, μας πήραν είδηση τα παιδιά, ένα

ολάκερο τσούρμο∙ αργότερα έμαθα πως από καιρό με παρακολουθούσαν. Αρχίσανε να σφυρίζουν,

να χτυπάνε παλαμάκια και να γελάνε∙

 

 

 

η Μαρί το 'βαλε στα πόδια. Έκανα να τους μιλήσω, εκείνα

όμως αρχίσανε και μου πέταγαν πέτρες. Την ίδια κείνη μέρα όλοι το μάθανε, όλο το χωριό∙ όλοι τα

βάλανε και πάλι με τη Μαρί:

 

 

Τώρα πια δεν τη χωνεύανε δυο φορές χειρότερα. Άκουσα μάλιστα πως

θέλανε να την καταδικάσουν σε κάποια τιμωρία, δόξα τω Θεώ όμως το πράμα πέρασε και δεν έγινε

τίποτα∙ τα παιδιά ωστόσο δεν την άφηναν σε χλωρό κλαρί, την κοροϊδεύανε χειρότερα από πριν, της

πετάγανε λάσπες∙ την κυνηγούσανε κι αυτή έτρεχε να τους ξεφύγει και τ' άρρωστο στήθος της,

λαχάνιαζε, κοβόταν η ανάσα της και κείνα δώσ' του και την παίρναν το κατόπι και φωνάζανε και τη

βρίζανε.

 

 

 

Μια φορά μάλιστα όρμησα να τα δείρω. Ύστερα άρχισα να τους μιλάω, τους μίλαγα κάθε

μέρα, όποτε μου τύχαινε ευκαιρία.

 

 

Τα παιδιά ήταν φορές που σταματάγανε και μ' ακούγανε, μόλο

που συνέχιζαν ακόμα και βρίζανε.

 

 

 

Έκατσα και τους διηγήθηκα πόσο δυστυχισμένη είναι η Μαρί. Σε

λίγο πάψανε να βρίζουν κι αρχίσανε να σκορπίζουν αμίλητα.

 

 

 

Σιγά‐σιγά, αρχίσαμε και κουβεντιάζαμε

και γω δεν τους έκρυβα τίποτα∙ τους τα διηγήθηκα όλα.

 

Τα παιδιά μ' ακούγανε με μεγάλη περιέργεια και σε λίγο αρχίσανε και λυπόνταν τη Μαρί.

Μερικά παιδιά, σαν τη συναντάγανε στο

δρόμο, άρχισαν και της λέγαν καλημέρα με πολλή καλοσύνη∙

 

 

 

εκεί κάτω το 'χουν έθιμο σαν

συναντιώνται στο δρόμο—ας είναι κι άγνωστοι—να λένε «καλημέρα». Φαντάζουμαι πόσο θα

παραξενευόταν η Μαρί. Μια φορά, δυο μικρά κορίτσια οικονομήσανε λίγο φαΐ, πήγανε και της το

δώσανε κι ύστερα ήρθαν και μου το 'πανε. Λέγανε πως η Μαρί έβαλε τα κλάματα και πως αυτές

πολύ την αγαπάνε τώρα.

 

 

 

Σε λίγο άρχισαν και την αγαπούσαν κι όλα τ' άλλα παιδιά και μαζί με

κείνην άρχισαν ξαφνικά ν' αγαπάνε και μένα.

Άρχισαν κι έρχονταν συχνά να με δούνε κι όλο με

παρακαλούσανε να τους πω μιαν ιστορία∙ έχω την εντύπωση πως τους έλεγα όμορφες ιστορίες γιατί

τους άρεσε πολύ να μ' ακούνε.

 

 

Και τ' αποτέλεσμα ήταν ν' αρχίσω και γω να μορφώνουμαι και

διάβαζα μόνο και μόνο για να 'χω κάτι να τους διηγηθώ ύστερα, κι έτσι τρία χρόνια συνέχεια τους

έλεγα ιστορίες.

 

 

Όταν αργότερα με κατηγορήσανε όλοι—ακόμα κι ο Σνάιντερ—γιατί κουβέντιαζα με

τα παιδιά σα να 'τανε μεγάλοι και δεν τους έκρυβα τίποτα, εγώ τους απαντούσα πως είναι ντροπή

να τους λέμε ψέματα, πως τα παιδιά έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα, όσο κι αν προσπαθούν να τους

τα κρύψουν, και τα μαθαίνουν ίσως‐ίσως άσκημα, ενώ από μένα δεν τα μαθαίνουν άσκημα. Έφτανε

μονάχα να θυμηθεί ο καθένας τους πώς σκεφτόταν και τι ήξερε σαν ήταν παιδί. Αυτοί δε

συμφωνάγανε...

 

Τη Μαρί τη φίλησα δυο βδομάδες πριν πεθάνει η μάνα της. Όταν λοιπόν ο

πάστορας έκανε το κήρυγμά του, όλα τα παιδιά ήταν κιόλας με το μέρος μου. Εγώ τους διηγήθηκα

αμέσως και τους εξήγησα αυτό που 'χε κάνει ο πάστορας. Όλα τα παιδιά θυμώσανε μαζί του και

μερικά μάλιστα θύμωσαν τόσο πολύ, που του σπάσανε τα τζάμια με τις πέτρες. Εγώ τους είπα να

μην το ξανακάνουν γιατί αυτό πια ήταν κακό.

 

 

 

Μερικά πήγαιναν μόνο και μόνο για να την αγκαλιάσουν, να τη φιλήσουν και να της πουν: "Je

vous aime, Marie!" κι ύστερα να ξαναφύγουν τρέχοντας για το χωριό. Η Μαρί παραλίγο να χάσει το

μυαλό της από μια τέτοια αναπάντεχη ευτυχία: μήτε στ' όνειρό της δεν το 'χε δει αυτό∙ ντρεπόταν

και χαιρόταν και, το κυριότερο, των παιδιών τους άρεσε, ιδιαίτερα των κοριτσιών, να τρέχουν και να

τη βρίσκουν για να της πούνε πως εγώ την αγαπώ και τους μιλάω πολύ γι' αυτήν.

 

 

Της διηγήθηκαν

πως εγώ ήμουν εκείνος που τους τα είπα όλα και πως τώρα αυτά την αγαπάνε και τη λυπούνται και

θα την αγαπάνε πάντα. Ύστερα τρέχανε σε μένα και μου τα λέγανε, και τα προσωπάκια τους ήταν

τόσο χαρούμενα και πολυάσχολα, πώς μόλις τώρα είχαν δει τη Μαρί κι η Μαρί μου στέλνει

χαιρετίσματα. Τα βράδια πήγαινα στον καταρράχτη∙

 

 

 

ήταν εκεί ένα μέρος εντελώς κλειστό απ' τη

μεριά του χωριού κι ολόγυρα είχε λεύκες∙ εκεί έρχονταν και με βρίσκανε τα παιδιά τ' απογεύματα,

μερικά μάλιστα το σκάγανε κρυφά απ' τα σπίτια τους. Μου φαίνεται πως ήταν τρομερή απόλαυση

γι' αυτά η αγάπη μου για τη Μαρί, και σ' αυτό μονάχα, σ' όλα μου τα χρόνια που 'ζησα εκεί κάτω, τα

ξεγέλασα. Δεν έκατσα να τους εξηγήσω πως εγώ δεν αγαπώ καθόλου τη Μαρί, δηλαδή δεν είμαι

καθόλου ερωτευμένος μαζί της, μα μονάχα τη λυπάμαι πολύ.

 

Το 'βλεπα καθαρά πως θα τους άρεσε

πολύ περισσότερο να 'μαι ερωτευμένος μαζί της, έτσι όπως το 'χαν φανταστεί μοναχά τους και το

'χαν συμφωνήσει αναμεταξύ τους, και γι' αυτό σώπαινα κι υποκρινόμουν πως είχαν μαντέψει 

σωστά.

Και πόση λεπτότητα, τι τρυφεράδα που 'χαν αυτές οι μικρές καρδούλες: ανάμεσα στ' άλλα

τους φάνηκε αδύνατο ο καλός τους Léon ν' αγαπάει τόσο πολύ τη Μαρί κι η Μαρί να 'ναι τόσο

κακοντυμένη και να περπατάει ξυπόλητη.

 

Φανταστείτε, της βρήκανε και παπούτσια και κάλτσες κι

ασπρόρουχα, ακόμα και κάποιο φουστάνι∙ πώς τα καταφέρανε; Μου είναι αδύνατο να καταλάβω∙

όλο το τσούρμο δούλευε μαζί. Όταν τους ρώταγα, τα παιδιά δεν απαντούσαν τίποτα, μονάχα

γελάγανε χαρούμενα και τα μικρά κορίτσια χτύπαγαν παλαμάκια και με φιλούσαν. Ήταν μάλιστα

φορές που 'θελα να πάω κρυφά και να δω τη Μαρί. Ήταν πια πολύ άρρωστη και μόλις‐μόλις

περπάταγε. Τελικά, έπαψε εντελώς να δουλεύει στου βοσκού, παρ' όλ' αυτά όμως έφευγε κάθε

πρωί μαζί με το κοπάδι.

 

 

 

Καθόταν παράμερα∙ εκεί υπήρχε, σ' έναν σχεδόν κάθετο βράχο, μια

προεξοχή. Η Μαρί καθόταν στη μέσα‐μέσα γωνιά, εκεί που δεν την έβλεπε κανείς, καθόταν πάνω

στην πέτρα κι έμενε κει ασάλευτη όλη σχεδόν τη μέρα, απ' το πρωί ως την ώρα που 'φευγε το

κοπάδι.

 

 

Ήταν πια τόσο αδυνατισμένη απ' τη αρρώστια, που την περισσότερη ώρα καθόταν με τα

μάτια κλειστά, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο βράχο και μισοκοιμόταν, ανασαίνοντας βαριά. Το

πρόσωπό της είχε γίνει σα σκελετός κι ο ιδρώτας έσταζε απ' το μέτωπο και τα μελίγγια της. Έτσι την

έβρισκα πάντα.

 

Ερχόμουν για ένα λεπτό∙ και γω δεν ήθελα να με δουν. Μόλις έφτανα, η Μαρί

ανασκιρτούσε, άνοιγε να μάτια της κι άρχιζε να μου φιλάει τα χέρια. Εγώ δεν τ' αποτραβούσα πια

γιατί για κείνην αυτό ήταν μια ευτυχία. Όλη την ώρα που καθόμουνα κοντά της, έτρεμε κι έκλαιγε∙ η

αλήθεια είναι πως μερικές φορές κάτι πάσκιζε να πει μα ήταν δύσκολο να την καταλάβεις. Ώρες‐

ώρες ήταν σαν τρελή, τρομερά ταραγμένη κι ενθουσιασμένη. Ήταν φορές που έρχονταν και τα

παιδιά μαζί μου.

 

 

 

Στις περιπτώσεις αυτές, στέκονταν συνήθως λίγο πιο κάτω και μας φύλαγαν από

κάποιον κι από κάτι, κι αυτό τους έδινε εξαιρετική ευχαρίστηση. Όταν φεύγαμε, η Μαρί έμενε και

πάλι μονάχη της, ακίνητη όπως και πριν, έχοντας κλειστά τα μάτια και το κεφάλι της ακουμπισμένο

στο βράχο∙ ίσως κάτι να ονειρευόταν. Ένα πρωί δεν είχε πια τη δύναμη να πάει ως το κοπάδι κι

έμεινε στο άδειο σπίτι της.

 

Τα παιδιά το μάθανε αμέσως και σχεδόν όλα πήγαν εκείνη τη μέρα να τη

δουν. Η Μαρί κειτόταν στο κρεβάτι της μόνη, ολομόναχη. Δυο μέρες την περιποιόνταν μονάχα τα

παιδιά που έρχονταν και τη βλέπανε ένα‐ένα με τη σειρά, ύστερα όμως, όταν μαθεύτηκε στο χωριό

πως η Μαρί είναι πραγματικά στα τελευταία της, τότε άρχισαν και πήγαιναν οι γριές στο σπίτι της

και  τη φρόντιζαν με βάρδιες.

 

Αν δεν κάνω λάθος, φαίνεται πως στο χωριό άρχισαν και τη λυπόνταν

τη Μαρί τουλάχιστον τα παιδιά δεν τα εμποδίζανε ούτε τα μαλώνανε σαν πρώτα. Η Μαρί όλη την

ώρα βρισκόταν σε λήθαργο κι ο ύπνος της ήταν ταραγμένος: Έβηχε τρομερά. Οι γριές διώχνανε τα

παιδιά, εκείνα όμως έρχονταν τρέχοντας στο παράθυρο, καμιά φορά μονάχα για ένα λεπτό, για να

πουνμονάχα: "Bonjour, notre bonne Marie".

 

 

 

Και κείνη, μόλις τα 'βλεπε ή τ' άκουγε, ζωήρευε, κι

αμέσως, χωρίς ν' ακούει τις γριές, πάσκιζε ν' ανασηκωθεί στον αγκώνα και τους κούναγε το κεφάλι,

ευχαριστώντας τα. Τα παιδιά, όπως και πρώτα, της φέρνανε καλούδια, αυτή όμως δεν έτρωγε

σχεδόν τίποτα. Εξαιτίας των παιδιών, σας βεβαιώ πως πέθανε σχεδόν ευτυχισμένη. Η αγάπη των

παιδιών την έκανε και ξέχασε τις μαύρες συμφορές της, ήταν σάμπως να δέχτηκε τη συγνώμη χάρη

σ' αυτά, γιατί ως το τέλος θεωρούσε τον εαυτό της μεγάλη αμαρτωλή.

 

 

 

 

Εκείνα, σαν πουλάκια,

χτυπάγανε με τα μικρά τους φτερά στα παράθυρά της και της φωνάζανε κάθε πρωί: "Nous t'

aimons, Marie".

 

 

 

H Μαρί πέθανε πολύ γρήγορα. Νόμιζα πως θα ζούσε πολύ περισσότερο. Την

παραμονή του θανάτου της, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, πέρασα να τη δω∙ νομίζω πως με γνώρισε, και

γω για τελευταία φορά της έσφιξα το χέρι.

 

 

 

Πόσο αποσκελετωμένο είχε γίνει το χέρι της! Και

ξαφνικά, τ' άλλο πρωί, έρχονται και μου λένε πως η Μαρί πέθανε. Τότε πια ήταν αδύνατο να τα

συγκρατήσεις τα παιδιά. Της στολίσανε όλο το φέρετρο με λουλούδια και της φόρεσαν ένα στεφάνι

στο κεφάλι.

 

Ο πάστορας στην εκκλησία δεν είπε πια τίποτα κακό για τη νεκρή, μα και στην κηδεία

ήταν πολύ λίγος ο κόσμος, έτσι μονάχα από περιέργεια είχαν έρθει μερικοί∙ μα όταν ήρθε η ώρα να

πάρουν το φέρετρο, τα παιδιά όρμησαν όλα μαζί για να το σηκώσουν εκείνα.

 

 

Επειδή δεν

μπορούσαν να το σηκώσουν μόνα τους, βοηθούσαν, όλο τρέχαν πίσω απ' το φέρετρο και κλαίγανε.

Από τότε, το μικρό μνήμα της Μαρί έγινε το προσκύνημα των παιδιών: Το στολίζουν κάθε χρόνο με

λουλούδια, γύρω‐γύρω έχουν φυτέψει τριανταφυλλιές. Μα από κείνη την κηδεία κι ύστερα άρχισε

και με κατάτρεχε όλο το χωριό εξαιτίας των παιδιών. Αυτοί που βάζαν κυρίως τους χωριάτες στα

αίματα, ήταν ο πάστορας κι ο δάσκαλος.

 

 

 

Απαγορέψανε στα παιδιά με τον αυστηρότερο τρόπο να με

βλέπουν και μάλιστα ο Σνάιντερ αναγκάστηκε να υποσχεθεί πως δε θ' αφήσει κανένα παιδί να με

πλησιάσει. Παρ' όλ' αυτά όμως, εμείς βλεπόμασταν, συνεννογιόμασταν από μακριά με νοήματα.

Μου στέλναν τα μικρά τους σημειώματα.

 

Τελικά όλ' αυτά σταμάτησαν, τότε όμως ήταν πολύ

όμορφα∙ μέσα σε κείνη την καταδίωξη, ήρθα μάλιστα σε στενότερη επαφή με τα παιδιά. Τον

τελευταίο χρόνο συμφιλιώθηκα σχεδόν με τον Τιμπό και τον πάστορα.

 

 

 

Όσο για το Σνάιντερ, μου

μίλαγε πολύ και λογομαχούσε μαζί μου για το βλαβερό μου «σύστημα» με τα παιδιά. Τι σύστημα

μπορούσα να 'χω εγώ!

 

 

 

Τελικά, ο Σνάιντερ μου είπε μια πολύ παράξενη σκέψη του—αυτό πια έγινε

λίγο πριν φύγω—μου είπε πως βεβαιώθηκε απόλυτα πως και γω ο ίδιος είμαι ένα παιδί, δηλαδή

ολότελα παιδί, πως μονάχα στο μπόι και στο πρόσωπο μοιάζω με άντρα μα στην ανάπτυξη μου,

στην ψυχή, στο χαρακτήρα, ίσως‐ίσως και στο μυαλό, δεν έχω ενηλικιωθεί και θα μείνω έτσι έστω κι

αν ζήσω εξήντα χρόνια.

 

 

 

Εγώ γέλασα τότε με την καρδιά μου: είναι φανερό πως έχει άδικο: γιατί, τι

σόι μικρό παιδί είμαι γω; Ένα μονάχα είναι αλήθεια∙ πραγματικά, δε μ' αρέσει να βρίσκουμαι με

μεγάλους, με κόσμο, με ηλικιωμένους—κι αυτό το 'χω παρατηρήσει από καιρό—δε μ' αρέσει γιατί

δεν ξέρω πώς να φερθώ μαζί τους.

 

 

Ό,τι κι αν μου λένε, όσο καλοί κι αν είναι μαζί μου, εγώ πάντοτε,

δεν ξέρω γιατί, στεναχωριέμαι, κι είμαι τρομερά χαρούμενος όταν μπορώ να το σκάσω και να πάω

στους φίλους μου και φίλοι μου ήταν πάντοτε τα παιδιά, μα όχι γιατί και γω ήμουν μικρό παιδί, μα

απλώς και μόνο γιατί κάτι με τραβούσε κοντά τους

 

 

.

Όταν, στην αρχή ακόμα της ζωής μου στο

χωριό—τότε που πήγαινα μονάχος μου στο βουνό να μελαγχολήσω—όταν, περιδιαβάζοντας μόνος

μου, άρχισα να τα συναντάω καμιά φορά ιδιαίτερα τα μεσημέρια σαν σκολάγανε, όλο κείνο το

πολυθόρυβο σμάρι, όλα κείνα τα παιδιά που τρέχανε με τις μικρές τους σάκες και τις πλάκες, με

φωνές, με γέλια, με παιχνίδια, ένιωθα τότε μ' όλη μου τη ψυχή πως θέλω να βρεθώ κοντά τους. Δεν

ξέρω, μα άρχισα να νιώθω ένα εξαιρετικά δυνατό, ένα ευτυχισμένο συναίσθημα, κάθε φορά που τα

συναντούσα.

 

 

 

 

Σταμάταγα και γελούσα από ευτυχία κοιτάζοντας τα μικρά ποδαράκια τους που

τρέχαν και πεταλούδιζαν ασταμάτητα, τ' αγοράκια και τα κοριτσάκια που τρέχανε μαζί, τα γέλια και

τα δάκρυα (γιατί πολλά πρόφταιναν κι όλας να τσακωθούν, να βάλουν τα κλάματα, να

ξαναφιλιώσουν και να παίξουν, όσο να φτάσουν τρέχοντας απ' το σχολειό στο σπίτι) και ξέχναγα

τότε όλη μου τη θλίψη.

 

 

 

Αργότερα μάλιστα, όλα κείνα τα τρία χρόνια, μου ήταν αδύνατο να

καταλάβω πώς θλίβονται και γιατί θλίβονται οι άνθρωποι.

 

 

 

 

Είχα συνδέσει τη μοίρα μου με τα παιδιά.

Δε λογάριαζα ποτέ ν' αφήσω το χωριό, ούτε μου πέρασε καν απ' το νου τέτοιο πράμα—πως θα

ξεκινήσω καμιά φορά και θα 'ρθω εδώ στη Ρωσία

 

 

 

 

. Είχα την εντύπωση πως θα μείνω για πάντα εκεί,

είδα όμως επιτέλους πως ο Σνάιντερ δεν μπορούσε βέβαια να με συντηρεί επ' άπειρον κι εξάλλου

μεσολάβησε και μια υπόθεση που φαίνεται να 'ναι τόσο σπουδαία ώστε ο Σνάιντερ μου είπε ο ίδιος

να βιαστώ και να φεύγω κι απάντησε αυτός ο ίδιος για λογαριασμό μου.

 

 

Έχω σκοπό να εξακριβώσω

περί τίνος ακριβώς πρόκειται και θα συμβουλευτώ κάνα δυο ανθρώπους. Μπορεί η μοίρα μου ν'

αλλάξει εντελώς, όλ' αυτά ωστόσο δεν έχουν σημασία κι ούτε είναι το κυριότερο. Το κυριότερο είναι

πως απ' τα τώρα κιόλας έχει αλλάξει όλη μου η ζωή. Έχω αφήσει πολλά κει κάτω, πάρα πολλά. Όλα

χάθηκαν.

 

 

Καθόμουν στο βαγόνι και σκεφτόμουν: «Τώρα πάω στους ανθρώπους∙ ίσως‐ίσως να μην

ξέρω τίποτα∙ ωστόσο αρχίζει για μένα μια καινούργια ζωή»

.

 

 

Αποφάσισα να εκπληρώσω την

αποστολή μου τίμια και σταθερά. Με τους ανθρώπους, ίσως να πλήξω και να στεναχωρεθώ. Για

κάθε ενδεχόμενο αποφάσισα να 'μαι μ' όλους ευγενικός κι ειλικρινής∙ γιατί βέβαια κανένας δε θα

μου ζητήσει τίποτα περισσότερο.

 

 

 

Μπορεί και δω να με θεωρήσουν μικρό παιδί—ας με θεωρήσουν!

Επίσης, δεν ξέρω γιατί, όλοι μ' έχουν για ηλίθιο∙πραγματικά, κάποτε ήμουν τόσο άρρωστος που

έμοιαζα, είν' αλήθεια, με ηλίθιο∙

 

 

 

 

μα τι σόι ηλίθιος είμαι τώρα μια και το καταλαβαίνω ο ίδιος πως

με θεωρούν ηλίθιο; Μπαίνω κάπου και σκέφτουμαι: «Να, αυτοί με θεωρούν ηλίθιο, ωστόσο εγώ

είμαι έξυπνος και κείνοι δεν το παίρνουν είδηση...»

 

 

 

Συχνά μου περνάει αυτή η σκέψη. Όταν στο

Βερολίνο πήρα από κει κάτω μερικά μικρά γράμματα που είχαν προφτάσει κι όλας να μου γράψουν

τα παιδιά, τότε μονάχα το κατάλαβα πόσο τ' αγαπούσα. Σφίγγεται η καρδιά σου σαν παίρνεις το

πρώτο γράμμα! Πόση ήταν η θλίψη τους σαν μ' αποχαιρετούσαν!

 

 

Ένα μήνα πριν φύγω, είχαν

αρχίσει κιόλας να με κατευοδώνουν: «Léon s' en va, Léon s' en va pour toujours» («Ο Λεόν φεύγει, ο

Λεόν φεύγει για πάντα!») Κάθε βράδυ μαζευόμασταν σαν και πρώτα κοντά στον καταρράχτη κι όλο

μιλάγαμε για το πώς θα χωρίσουμε.

 

 

 

Ώρες‐ώρες, ήταν το ίδιο εύθυμα όπως και πριν μονάχα σα

χωρίζαμε για να πάμε για ύπνο, τα παιδιά άρχιζαν να μ' αγκαλιάζουν δυνατά και θερμά, πράμα που

δε συνέβαινε πριν. Μερικά έρχονταν για μια στιγμή και με βλέπανε κρυφά, ένα‐ένα, μόνο και μόνο

για να μ' αγκαλιάσουν και να με φιλήσουν σα θα 'μασταν μόνοι, όχι μπροστά στους άλλους.

 

 

 

 

Όταν

ήρθε η μέρα να φύγω, όλα τα παιδιά, όλα μαζεμένα, με ξεπροβόδισαν ως το σταθμό.Ο

σιδηροδρομικός σταθμός ήταν κάπου ένα βέρστι μακριά απ' το χωριό μας. Συγκρατιόνταν για να

μην κλάψουν, ήταν όμως πολλά παιδιά που δεν τα καταφέρανε να κρατήσουν τα δάκρυά τους και

κλαίγανε δυνατά, ιδιαίτερα τα κοριτσάκια.

 

 

 

 

Βιαζόμασταν για να μην αργήσουμε, ήταν όμως και

παιδιά που ξέφευγαν ξάφνου απ' το σμάρι τους κι ορμάγανε σε μένα, εκεί καταμεσίς του δρόμου,

και μ' αγκάλιαζαν με τα μικρά τους τα χεράκια και με φιλούσαν και μας καθυστερούσαν όλους∙ και

μεις, μόλο που βιαζόμασταν, όλο και σταματάγαμε ωστόσο και περιμέναμε ώσπου να μ'

αποχαιρετήσουν.

 

 

Όταν έκατσα στο βαγόνι και το τρένο ξεκίνησε, όλα τα παιδιά μου φωνάζανε

«ζήτω!» και πολλήν ώρα στέκονταν εκεί, ώσπου πια χάθηκε απ' τα μάτια τους το τρένο. Και γω

επίσης τα κοίταζα... Ακούστε, όταν πρωτομπήκα δω μέσα και κοίταξα τ' αξιαγάπητα πρόσωπά σας—

πρέπει να ξέρετε πως τώρα κοιτάζω με μεγάλη προσοχή τα πρόσωπα—κι άκουσα τα πρώτα σας

λόγια, ένιωσα για πρώτη φορά από τότε να ξαλαφρώνει η ψυχή μου.

 

 

 

Πριν από λίγο σκέφτηκα  μάλιστα πως ίσως και στ' αλήθεια να 'μαι απ' τους τυχερούς:

γιατί το ξέρω πως δεν είναι και τόσο

εύκολο να συναντήσει κανείς ανθρώπους που να τους αγαπήσει απ' την πρώτη στιγμή, ενώ εγώ,

μόλις βγήκα απ' το βαγόνι, σας συνάντησα.

 

 

Το ξέρω πολύ καλά πως είναι ντροπή να μιλάει κανείς

για τα αισθήματά του έτσι μπροστά σ' όλους, να όμως που εσάς, σας λέω τι νιώθω και δε

ντρέπομαι.

 

Δύσκολα κάνω παρέα μ' ανθρώπους κι ίσως αργήσω να σας ξαναεπισκεφτώ

 Μην το πάρετε από κακό: Δεν το 'πα γιατί δεν εκτιμώ τη φιλία σας, και μη νομίσετε πως είμαι για

οποιονδήποτε λόγο πειραγμένος.

 

 

 

 Με ρωτήσατε για τα πρόσωπά σας και θέλατε να σας πω τι

παρατήρησα, θα σας το πω με μεγάλη μου ευχαρίστηση.

 

 

 

Εσείς, Αδελαΐδα Ιβάνοβνα, έχετε ένα ευτυχισμένο πρόσωπο,

κι απ' τα τρία πρόσωπα το πιο συμπαθητικό.

Εκτός απ' το ότι είστε πολύ όμορφη, σας κοιτάει κανείς και σκέφτεται:

«Το πρόσωπό της είναι σαν το πρόσωπο μιας

καλόκαρδης αδερφής». Πλησιάζετε τα πράματα απλά κι εύθυμα, ξέρετε όμως να γνωρίζετε γρήγορα

τις καρδιές των ανθρώπων. Έτσι το βλέπω εγώ το πρόσωπό σας.

 

 

Και το δικό σας πρόσωπο,Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα, είν' επίσης υπέροχο και πολύ αξιαγάπητο,

δεν αποκλείεται όμως να 'χετε

κάποια κρυφή θλίψη∙ η ψυχή σας, χωρίς αμφιβολία, είναι αγαθότατη, δεν είστε όμως εύθυμη. Το

πρόσωπό σας έχει ένα ύφος που μοιάζει με τη Μαντόνα του Χολμπάιν στη Δρέσδη. Αυτά λοιπόν για

τα πρόσωπά σας∙ μάντεψα καλά:Γιατί σεις οι ίδιες μ' έχετε για άνθρωπο που ξέρει να μαντεύει.

 

 

 

 

 

Για το δικό σας πρόσωπο όμως, Λιζαβέτα Προκόφιεβνα,—γύρισε ξάφνου στη στρατηγίνα,—για το δικό

σας πρόσωπο όχι μονάχα μου φαίνεται, μα είμαι απόλυτα σίγουρος πως είσαστε εντελώς παιδί σ'

όλα, σ' όλα, σ' όλα τα καλά και σ' όλα τα κακά, παρά την ηλικία σας. Δεν πιστεύω να μου θυμώνετε

που σας τα λέω αυτά, έτσι δεν είναι;» …

 

 

 

- Όμως,γιατί δεν είπατε τίποτα για την Αγλαΐα, πρίγκηψ; Η Αγλαΐα περιμένει και γω περιμένω.

— Δεν μπορώ να πω τίποτα τώρα∙ θα σας πω αργότερα.

— Γιατί; Δεν είναι αξιοπρόσεχτη;

— Ω, ναι, αξιοπρόσεχτη∙ είσαστε εξαιρετική καλλονή, Αγλαΐα Ιβάνοβνα. Είσαστε τόσο όμορφη που

φοβάται κανείς να σας κοιτάξει.

— Αυτό ήταν όλο; Κι ο χαρακτήρας της;—επέμενε η στρατηγίνα.

— Την ομορφιά είναι δύσκολο να την κρίνει κανείς. Δεν έχω προετοιμαστεί ακόμα. Η ομορφιά είναι

αίνιγμα.

— Αυτό σημαίνει πως βάλατε στην Αγλαΐα ένα αίνιγμα,—είπε η Αδελαΐδα.—Άντε λύσ' το να σε δω,

Αγλαΐα......................

(Aπό το βιβλίο του Φ.Ντοστογιέφσκι, Ο ΗΛΙΘΙΟΣ)

 

Επισκέπτες του ιστοχώρου μας:

1.png1.png7.png2.png3.png9.png
Μέσα στην ημέρα:29
Μέσα στο μήνα:1788
Συνολικά:117239